αστεροσκοπείο — Ίδρυμα στο οποίο εκτελούνται παρατηρήσεις, μελέτες και έρευνες για τις κινήσεις και τη φύση των ουράνιων σωμάτων. Σε πολλά α. εκτελούνται ταυτόχρονα και άλλες εργασίες που σχετίζονται κυρίως με τη μετεωρολογία και τη σεισμολογία. Τα αρχαιότατα α … Dictionary of Greek
λύρα — I (Ζωολ.). Κοινή ονομασία στρουθιομόρφων πτηνών του γένους Menura, της οικογένειας των μηνουριδών. Βλ. λ. μηνουρίδες. II (Μουσ.). Μουσικό όργανο. Προέρχεται από τη Σουμερία (3η χιλιετία π.Χ.), αλλά συνδέθηκε άμεσα με την αρχαία Ελλάδα, ενώ,… … Dictionary of Greek
προκαταχωρίζω — Α [καταχωρίζω] 1. κατανέμω («τούτους ἀπογραφομένους χαράσσεσθαι..., οὓς καὶ προκαταχωρίσαι εἰς τὴν συνεσταλμένην αὐθεντίαν», ΠΔ.) 2. καταχωρίζω, καταγράφω («προκαταχωρίζειν τὰς λέξεις», Απολλ. Κιτ.) 3. καταθέτω ως μάρτυρας για κάποιον 4.… … Dictionary of Greek
Κάρσον Σίτι — (Carson City). Πόλη (52.500 κάτ. το 2000) των ΗΠΑ, πρωτεύουσα της πολιτείας της Νεβάδα. Η πόλη βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού Νεβάδα, σε μία εύφορη περιοχή, η οποία διαρρέεται από τα αριστερά από τον ποταμό Κάρσον. Πλουτοπαραγωγική πηγή της… … Dictionary of Greek
Κλουέ — (Clouet). Επώνυμο οικογένειας Γάλλων ζωγράφων. 1. Ζαν (Jean,1485 – 1540). Η τεχνοτροπία του είναι επηρεασμένη από τα αναγεννησιακά πρότυπα. Ζωγράφιζε κυρίως πορτρέτα, τα οποία διακρίνει η ακρίβεια στην περιγραφή, η ίδια πάντα χαρακτηριστική στάση … Dictionary of Greek
Κνέλερ, Γκόντφρεϊ — (Godfrey Kneller, 1648 – 1723). Γερμανός ζωγράφος. Αρχικά, μαθήτευσε κοντά στους Ρέμπραντ και Φέρντιναντ Μπολ και αργότερα ταξίδεψε στην Ιταλία, όπου μελέτησε τα έργα του Τιτσιάνο (1672). Εργάστηκε σε πολλές γερμανικές Αυλές, ενώ στη συνέχεια… … Dictionary of Greek